δακτυλοδεικτέω

δακτῠλο-δεικτέω,
A point with the finger, D.25.68: c. acc., D.C.61.17:—[voice] Pass., D.H.Rh.7.4, Ph.2.539.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δακτυλοδεικτεῖτε — δακτυλοδεικτέω point with the finger pres imperat act 2nd pl (attic epic) δακτυλοδεικτέω point with the finger pres opt act 2nd pl δακτυλοδεικτέω point with the finger pres ind act 2nd pl (attic epic) δακτυλοδεικτέω point with the finger imperf… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δακτυλοδεικτεῖ — δακτυλοδεικτέω point with the finger pres ind mp 2nd sg (attic epic doric ionic) δακτυλοδεικτέω point with the finger pres ind act 3rd sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δακτυλοδεικτοῦμεν — δακτυλοδεικτέω point with the finger pres ind act 1st pl (attic epic doric) δακτυλοδεικτέω point with the finger imperf ind act 1st pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δακτυλοδεικτοῦντα — δακτυλοδεικτέω point with the finger pres part act neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) δακτυλοδεικτέω point with the finger pres part act masc acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δακτυλοδεικτοῦσι — δακτυλοδεικτέω point with the finger pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric) δακτυλοδεικτέω point with the finger pres ind act 3rd pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δακτυλοδεικτούμενον — δακτυλοδεικτέω point with the finger pres part mp masc acc sg (attic epic doric) δακτυλοδεικτέω point with the finger pres part mp neut nom/voc/acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δακτυλοδεικτούντων — δακτυλοδεικτέω point with the finger pres part act masc/neut gen pl (attic epic doric) δακτυλοδεικτέω point with the finger pres imperat act 3rd pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐδακτυλοδείκτουν — δακτυλοδεικτέω point with the finger imperf ind act 3rd pl (attic epic doric) δακτυλοδεικτέω point with the finger imperf ind act 1st sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δακτυλοδεικτεῖν — δακτυλοδεικτέω point with the finger pres inf act (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δακτυλοδεικτεῖσθαι — δακτυλοδεικτέω point with the finger pres inf mp (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δακτυλοδεικτεῖται — δακτυλοδεικτέω point with the finger pres ind mp 3rd sg (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.